μουλάς

μουλάς
ο мулла

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "μουλάς" в других словарях:

  • μουλάς — ο 1. τίτλος ο οποίος απονέμεται σε ιερωμένους τού μουσουλμανικού θρησκεύματος 2. (ειδικά) ο μέγας αρχιδικαστής («ο μουλάς τής Μέκκας»). [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. molla] …   Dictionary of Greek

  • μουλάς — ο (λ. αραβ.) 1. τίτλος μουσουλμάνων ιερωμένων. 2. ο μέγας αρχιδικαστής των μουσουλμάνων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μούλας — μούλᾱς , μούλη mula fem acc pl μούλᾱς , μούλη mula fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

  • Λεόν — I (Léon). Πόλη (130.916 κάτ. το 2001) της Ισπανίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (15.580 τ. χλμ., 488.751 κάτ.), στην αυτόνομη περιοχή Καστίλη Λεόν (βλ. λ.). Η πόλη, που βρίσκεται στη συμβολή των ποταμών Μπερνέσγκα και Τόρβο, αποτελεί… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»